ΚΕΡΑΤΟΝΙΑ Η ΕΛΛΟΒΟΣ

Κερατονία η έλλοβος

Καίτη Στεφανάκη


Βροχή από πέτρες με πετύχανε στην κεφαλή την ώρα που ξεμύτιζα απ’ το χώμα. Έστριψα προς τα κάτω και χώθηκα βαθιά για προστασία. Ούτε να βλέπω, ούτε ν’ ακούω. Μια ρίζα που συνάντησα με χάιδεψε και μίλησε για στρουθοκάμηλους, δεν είχα ιδέα, το ‘βαλα στα κρατούμενα. Σαν έπαψε να σείεται η γη, στράφηκα πάλι προς τα πάνω. Βαρύ το στρώμα από πέτρες που έψαχνα να διαπεράσω. Μα εγώ επέμενα να βγω στο φως. Γιατί; Δεν ήξερα. Ίσως να έφταιγαν οι ρίζες που μου λέγανε συνέχεια πως πρέπει να τραβήξω άλλον δρόμο από ‘κείνες.
Ξέρετε, τα χαλίκια, έχουν μύτες που ξεσκίζουν κάτι νεογέννητα φυντάνια σαν κι εμένα, όμως αυτά επίμονα τεντώνονται να πάνε προς τα πάνω, άσχετα αν κουβαλούν πληγές ή βάρη όπως ετούτο που είχε καρφωθεί μες στον βλαστό μου.
Κι εγώ μεγάλωνα, έβγαζα φύλλα και κλαδιά κι οι ρίζες μου στερέωναν το δέντρο που είχα γίνει και μπλέκονταν με τις παλιές τις ρίζες που ήξερα, απ’ όταν ήμουν σπόρος για χρόνια στο σκοτάδι, ώσπου να βγω στο φως. Μεγάλωνα τυχαία. Έμαθα αργότερα πως άλλα δέντρα τα κλαδεύουν, τα ποτίζουν, τα λιπαίνουν, τα στηρίζουν.
Στο κοντινό νταμάρι ρίχνανε συχνά φουρνέλα. Πρώτα κουνιότανε η γη, συγχρόνως υψωνότανε καπνός, μαζί εκσφενδονίζονταν πάντα και πέτρες, συνήθως γκρίζου χρώματος, γιατί δεν ήτανε νταμάρι εκλεκτών λευκών μαρμάρων αλλά αδρανών υλικών, απαραιτήτων δια την παρασκευή οπλισμένου σκυροδέματος, κοινώς μπετόν.
Κάθε φορά νέες πληγές, νέα χαλίκια που διείσδυαν στα μέρη που δεν είχε ακόμα ο φλοιός σκληρύνει. Έμπαιναν μέσα στον κορμό, -κυκλοφορίας παρακώλυση, το λένε αυτό οι ανθρώποι,- μα εδώ σε μένα οι ιστοί και τα τριχοειδή αγγεία περιτυλίγανε ευθύς το ξένο υλικό, το εμπεριείχαν και συνέχιζαν.
Μεγάλωνα τυχαία λοιπόν, ενσωματώνοντας κάθε φορά και νέες πέτρες. Άνθιζα, κάρπιζα, πολλαπλασιαζόμουν, χωρίς να ξέρω το γιατί και πώς. Κάποιες φορές, χειμώνας παγερός και σκοτεινός ήταν συνήθως, έτρεμα πως δεν θα ερχότανε ξανά το φως.
Μα η άνοιξη ερχόταν πάντα, ο ήλιος έδινε ξανά ζωή και δύναμη στις φλέβες μου· τον αγαπούσα κάθε καλοκαίρι, τον αποχωριζόμουνα κάθε φθινόπωρο. Κι ερωτευόμουνα μετά τον άνεμο καθώς μες στην αγκάλη του ριγούσα από τα χάδια κι ας μ’ έκανε να νιώθω μόνη. Κι όταν απ’ το νταμάρι με πετροβολούσαν, επέστρεφα στις ρίζες· σαν στρουθοκάμηλος που τώρα ήξερα τι ήταν· και χωνόμουν στο σκοτάδι για να μην βλέπω ούτε ν’ ακούω· και μπορεί στην τύχη να είχα μεγαλώσει, υπακούοντας δεν ξέρω σε ποιανού επιταγές, αλλά είχα μάθει κι έβγαινα κάθε φορά ξανά στο φως.
Και απ’ τις φιλιώσεις των κλαδιών έβγαιναν άνθη που γινόντουσαν καρποί, κάτι λοβοί παράξενοι, που μοιάζαν με φασόλια ή με κέρατα, και τους φοβόμουν, γιατί δεν ήξερα αν μέσα τους κρύβουν κι εκείνοι πέτρες αιχμηρές, σκληρές κι ανυποχώρητες. Μέσα στο μακρουλό και στριφογυριστό περίβλημα, γλυκό και απαλό στο μάσημα, οι σπόροι ήτανε σκληροί σαν πέτρα. Απ’ τους καρπούς -τα ξυλοκέρατα στη γλώσσα των ανθρώπων- έβγαιναν γυαλιστερά, μικρά πετράδια.
Κι εγώ, μέσα σ’ αυτά τα νέα πλάσματα που τα πουλιά μετέφεραν σ’ άγνωστα μέρη, γνώριζα νέους κόσμους, χρώματα, ήχους, μυρωδιές και γλώσσες.
Σε μια απ’ αυτές, επίσημα κι επιστημονικά με έλεγαν «Κερατονία έλλοβο». Οι Άραβες με λέγανε kharoub, κάποιοι άλλοι Caroubier ή carob-tree και τους καρπούς μου carob-bean. Μα πιο όμορφο απ’ όλα ήταν, όταν με είπανε «Δέντρο που δίνει Άρτο στον Ιωάννη»*. Όχι οι ακρίδες, κατά τας γραφάς, έτρεφαν τον Πρόδρομο στην έρημο, αλλά εγώ, με τα χαρούπια μου.
Ναι, τις λέξεις των ανθρώπων ζήλεψα, που τα χαρούπια κάνουνε ακρίδες κι αντιστρόφως. Από τις πέτρες βγάζουνε πετράδια κι απ’ τους σκληρούς μου σπόρους τα καράτια.

Σαν τρυφεροί βλαστοί οι λέξεις μέσα τους κρύβουν πέτρες κοφτερές, κι άλλοτε πάλι μέσα τους έχουν χρώματα χίλια, φως.

ceratonia

* Saint John’s bread tree / Johannesbrotbaum / arbre àpain de Saint Jean

Submit a comment