Χαρούμενες Διακοπές

Αμοργός, Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας

Χαρούμενες Διακοπές

Χρήστος Μαρτίνης


Γέμιζα με νερό τα κουβαδάκια και βούλιαζαν οι φτέρνες μου στην άμμο. Τα σήκωνα απ’ τις λαβές και τα πήγαινα τρέχοντας στον παππού. Ο παππούς καθόταν στη σκιά, κάτω από την γαλάζια ομπρέλα. Φορούσε πάντα μπλούζες φαρδιές αμερικάνικες που του ‘φερνε κάθε καλοκαίρι από την αμερική ο θείος ο τζίμης. Πήγαινα με τα κουβαδάκια, και του ‘λεγα παππού έφερα χιόνι. Ο παππούς γελούσε με μισοστραβωμένο στόμα και μου λεγε πως ο χειμώνας αργεί ακόμα. Έπειτα στρώναμε το πλαστικό τραπέζι κάτω από τη λεμονιά που είχε πιάσει τον βόθρο του γείτονα κι όλο ψήλωνε. Τρώγαμε ντομάτες με πολύ λάδι, τηγανιτές πιπεριές και μπιφτέκια με κόκκινη σάλτσα. Τα βράδια όταν κοιμόμουν, άκουγα τις γάτες να περπατάν τη λαμαρίνα, σκεφτόμουν το χειμώνα και φοβόμουν πως ήρθε ήδη και θα ξυπνήσω στο σπίτι και θα μου λεν να εξαερώνω τα καλοριφέρ και θα ‘ναι πάντα όλοι θυμωμένοι. Γι’αυτό σηκωνόμουν για να πιω νερό απ’ το ψυγείο και κοιτούσα τον παππού που κοιμόταν στο διπλό κρεβατι και την γιαγά που την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ με τον ανεμιστήρα ανοιχτό. Έβλεπα μόνο με το φώς απ’ το ηλεκτρονικό καντήλι που είχε αγοράσει ο παππούς απ’ τους κινέζους, γιατι η γιαγιά έλεγε ότι το λάδι στο καντηλάκι τραβάει τις μύγες.
Ο χειμώνας καθόταν ήσυχος όλο το καλοκαίρι και εκτός από τα βράδια καθόλου δεν με ενοχλούσε κι όταν τον σκεφτόμουν προσπαθούσα να μην το σκέφτομαι και μετρούσα δυνατά τους ρόμβους στο ύφασμα του καναπέ. Τότε ερχόταν ο παππούς, μου άπλωνε το χέρι και στη χούφτα του είχε καθαρισμενα φυστίκια αιγίνης που ήταν ζεστά επειδή τα έσφιγγε ώρα. Τότε ξεχνούσα το χειμώνα και τα μεσημέρια η γιαγιά φώναζε επειδή έκανα τραμπολίνο στο κρεβάτι και είναι πεθαμένη κι άθαφτη κι έβαζε τα χέρια στη μέση και ξυπνούσα τον παππού να παίξουμε ξερή.
Τον χειμώνα τον καταλάβαινα σιγά-σιγά ότι ερχόταν. Καθάριζε η γιαγιά μου τις καρέκλες με βετέξ και τις έβαζε στην αποθήκη, φυσούσε περισσότερο κι ο παππούς δεν καθόταν πολύ κάτω απ’ την γαλάζια ομπρέλα γιατί κρύωνε. Ο χειμώνας ερχόταν. Οι γείτονες φορτώναν το πρωί τα αμάξια κι έφευγαν για το χειμώνα,` η γιαγιά ξεχορτάριαζε τον κήπο και δεν μ’ άφηνε να κάνω ντούζ εξω γιατί έλεγε θα κρυώσω. Ο χειμώνας ερχόταν και το στομάχι μου σφιγγόταν όπως τις σιωπηλές Κυριακές του χειμώνα με το ατμοσίδερο που ξεφυσούσε και χνώτιζε τα τζάμια. Όταν ο χειμώνας ερχόταν τελικά μπροστά στη καγκελόπορτά μας, ο παππούς έπιανε να καθαρίζει το ξύλινο βαρέλι και μου ΄λεγε για τα σταφύλια που θα πατήσουμε και τη ρετσίνα που θα πιούμε του χρονου.
Την τελευταία νύχτα πριν φύγω με τον χειμώνα οι παππούδες μου με πηγαίναν βόλτα για σουβλάκια εγώ έκλαιγα στο τραπέζι πάνω απ’ τα σουβλάκια σκούπιζα τα μάτια μου με λαδωμένα χέρια κι αυτοί με παίρναν αγκαλιά.

Σεπτέμβριος 2014

Submit a comment