ΝΤΥΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ

Boy meets girl at a Funeral

Ντυμένοι στα μαύρα

Δήμητρα Κατρανιά


Ι.

Δεν έχει άλλα κόκκινα; Αυτά τα τριαντάφυλλα είναι άσπρα.
Τι να σου πω κι εσένα τώρα; θεέ μου, θα πάθω κρίση πανικού. Μήπως παθαίνω ήδη; Όχι δεν έχει, δηλαδή, είναι λίγα. Να έχει άσπρα, και γαρύφαλλα. Μάλλον είναι απρεπές. Αλλά ποτέ δε κατάλαβα γιατί γαρύφαλλα ντε και καλά στις κηδείες… Σίγουρα υπάρχει μια ιστορία από πίσω. Πόσο να είναι αυτό το κοριτσάκι, έξι; Εφτά; Ασορτί κοκαλάκια με το φόρεμα. Πάω στοίχημα ότι δε πολυκαταλαβαίνει τι γίνεται. Ή κάποιος μεγάλος της είπε μια ηλίθια βερσιόν του θανάτου. Ωχ! Με είδε; Νομίζω με είδε.

Όπως πάντα, ίδιος. Ευθύς, τώρα που είμαι ευγενική, όχι, άγαρμπος, ξένος, ντυμένος στην τρίχα. Με τις γραβάτες πάντως, ακόμη δεν τα πάει καλά. Πως και δε μιλάει σε κανένα; Ταχυπαλμία. Μέχρι και τα αυτιά μου βουίζουν. Αχ, δεν μπορώ να δω και καλά.
Κι αν με είδε; Λες να με αποφεύγει;

Έχει περισσότερο κόσμο από ότι περίμενα. Οι γείτονες είναι περισσότεροι κι από την οικογένεια. Κι αυτός στέκεται τρία βήματα από τη θεία Στέλλα. Έι! Το στεφάνι μου είναι σαν αυγό. Μα ποιος φέρνει παιδιά σε κηδεία; Δεν πειράζει, μια χαρά είναι. Μα είναι δυνατόν να είναι εδώ; Και τι να κάνω τώρα; Δεν μπορώ να τον αποφεύγω όλη μέρα. Ήταν που ήταν η μέρα τώρα απόγινε. Κι αυτό το φόρεμα, μα τι σκεφτόμουν; Αμάνικο φόρεμα σε κηδεία; Και ζώνη; Τουλάχιστον είναι μαύρο. Και δεν έχει ντεκολτέ.

Αναρωτιέμαι αν και οι λοιποί παρευρισκόμενοι σκέφτονται παρόμοιες βλακείες. Πολύ πιθανόν. Αν και μάλλον θα περιορίζονται στα κλασικά: πόσο καιρό έχουν να τα πουν, από πού γνωρίζουν τον μακαρίτη, τελευταία καταμέτρηση αποθανόντων στο σόι. Τέτοια. Μήπως να μιλήσω κι εγώ με κανένα. Τέλος πάντων. Μέτα, αφού έχουν περάσει τα δυο-τρία πρώτα κονιάκ, περνάνε όλοι στον κοινωνικό σχολιασμό. Σίγουρα κι μάνα μου θα κλαίγεται που είμαι μόνη μου. Και που δεν έχει δει ακόμη από μένα εγγονάκια. Κλαίω για τις ξαδέρφες του μακαρίτη, που κατεβήκαν απ’ το χωριό ανύπαντρες. Πρέπει να βρω και την Άννα. Ποιος ξέρει ποια θεια την έχει στριμώξει. Πρέπει να της πω ότι είναι κι αυτός εδώ. Θα σκάσω. Μα πραγματικά, τι λέω; Ναι, συγνώμη που πέθανε ο άντρας σου αλλά κάτσε λίγο να σου πω ποιος άλλος είναι εδώ… Συγκεντρώσου!
Λοιπόν, θα πάω. Ή μήπως όχι; Θα πάω κι ότι γίνει. Και τέλος πάντων πρέπει και να πάω να βοηθήσω. Να βρω και την Άννα. Και την μαμά. Κανά καθρέφτη δεν έχει εδώ γύρω; Ω θεέ μου. Με είδε σίγουρα.

 

ΙΙ.

Πρασόπιτα. Ενδιαφέρουσα επιλογή. Προφανώς κάποια γειτόνισσα. Έξαλλου είναι σε ταψί. Μπα που να πάρει. Έχω γίνει απ’ αυτούς. Απ’ αυτούς που πάνε στις κηδείες για το φαΐ. Τέλος πάντων. Τον φουκαρά τον Γιάννη. Ένα χρόνο μικρότερος μου. Νομίζω τα παιδιά του είναι γυμνάσιο, λύκειο, κάτι τέτοιο. Να πάρω τον Αναγνωστόπουλο. Ήρθε η ώρα για κανένα τσεκ απ. Θα αργήσει και η Σοφία. Καλύτερα να την περιμένω να πάμε μαζί στην χήρα. Έπρεπε να είχα βάλει γραβάτα τελικά. Δε βαριέσαι… Τουλάχιστον αυτές οι περιστάσεις έχουν πολύ μάσα. Μάλλον για να τρως και να μην σκέφτεσαι. Ή, όπως έλεγε σε ‘κείνη την ταινία, γιατί το φαΐ είναι σαν το σεξ. Προκαλεί απόλαυση. Ε, κάπως έτσι τέλος πάντων. Έχει πολύ πληθυσμό. Ούτε που θυμάμαι τη φάτσα της γυναίκας του.

Δεν βλέπω πάντως κανένα γνωστό. Κανένας απ’ τους άλλους τους παπάρες δεν ήρθε. Ντάξει, πάνε και τόσα χρόνια. Αλλά μπορεί να είχαν επαφή. Ποιος ξέρει. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ απ’ τη Σοφία το έμαθα. Που καταντήσαμε θεέ μου; Τώρα που το καλοσκέφτομαι, πέρα από κανά-δυο συναδέλφους στα κλασικά δείπνα, δεν βλέπω και κανέναν άλλο. Κανέναν φίλο. Τον Μήτσο τον ξάδερφο, αλλά αυτός δεν μετράει. Η Σοφία έχει τις φίλες της. Αλλά οι άντρες τους δεν παλεύονται. Καραγκιόζηδες. Ναι, εγώ είμαι ο νεόπλουτος γιατί πήρα αμάξι. Μαλάκες. Κι εδώ όλοι συναναστρέφονται λες και είναι σε πάρτι. Αμφιβάλω αν όλοι τον ήξεραν τον Γιάννη. Ή έστω την οικογένεια του. Μέχρι και τίποτα περαστικοί μπορεί να ναι ανάμεσα στον κόσμο. Οι περίεργοι της γειτονιάς που μπήκαν για το τζάμπα μεζέ. Σκατά!.Που είναι το Μαράκι; Α, ‘ντάξει, να’ την. Αν κλείσω λίγο τα μάτια μου, παρότι την έχω πλάτη, αυτή η τύπισσα της μοιάζει αρκετά, αν και πλάτη. Λες; Μπα αποκλείεται. Τι να κάνει άραγε; Ωχ… Να πάρει.

Είναι μόλις εντεκάμιση. Δεν βαριέσαι, θα βάλω ένα μεταξά. Και μια σπανακόπιτα. Μπα, το πράσο ήταν καλύτερο. Το κονιάκ μετράει πάντως. Να πάρω και κανένα για το σπίτι. Όχι ντάξει. Ας μείνω στο ουίσκι. Ίσως εκείνο το συλλεκτικό που μου είπε ο Παναγιωτίδης. Τελικά όντως περνάω κρίση μέσης ηλικίας. Κοιτά να δεις… Τέλος πάντων, και να με βαρέσει το μεταξά δε ξέρω κανέναν εδώ πέρα. Έκτος από τον μακαρίτη. Αλλά αυτόν δεν θα τον πείραζε. Μη σου πω θα γούσταρε. Που είναι κι αυτή η Σοφία; Δεν μπορώ άλλο μόνος μου εδώ πέρα. Κι ο μαλάκας ο Γιάννης; Τι πήγε και πέθανε; Όλο λέγαμε ότι θα πάμε για τσίπουρα Ότι θα βρούμε και τους άλλους. Ριγιούνιον και τα σχετικά. Σκατά. Θα μου πεις, μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα. Τότε έπεφτε τηλέφωνο. Πότε εγώ. Πότε αυτός. Κυρίως αυτός.

Κόλλησα τώρα. Κάθε φορά που ζορίζομαι, τσουπ, να τη. Εκείνη. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ήταν και τίποτα. αλλά γελούσαμε πολύ. Κι εγώ γελούσα. Και δεν χρειαζόταν να κάνω τον καραγκιόζη. Ούτε να μιλάω για λεφτά, πελάτες, σουπερμάρκετ, λίστες. Πω… δεν βαριέσαι. Εμείς να ‘μαστε καλά.

Ή μήπως…; Αυτή είναι. Δεν το πιστεύω. Αυτή είναι. Τι να κάνω; Με είδε που την είδα. Σκατά. Δεν έχει και χαρτοπετσέτες εδώ-πέρα. Τι να κάνω; Να χαιρετήσω;

ΙΙΙ.

Γεια.
Γεια. Συλλυπητήρια.
Ναι. Συλλυπητήρια.
Τι κάνεις εδώ;
Εμ, τι εννοείς;
Από πού τον ξέρεις τον Γιάννη; Τι; Γιατί γελάς;
Τίποτα. Συγνώμη. Ο γαμπρός μου είναι. Ήταν. Εσύ;
Σειρά μου στο στρατό. Είχα βέβαια χρόνια να τον δω. Μάλιστα, της αδερφής σου ο άντρας…
Ναι. Δεκαεφτά χρόνια. Και; Ήρθες μόνος;
Ε, όχι ακριβώς. Α! να.

Μπαμπά! Έφτιαξα στεφάνι. Με λουλούδια.
Μπράβο Μαράκι μου. Ήσυχα όμως τώρα, ναι; Μην τρέχεις πάνω-κάτω.
Μαράκι! Πιο σιγά. Συγνώμη. Τι να την κάνω…;
Δεν πειράζει. Κόρη σου;
Ναι-ναι. Τώρα έκλεισε τα εφτά.
Να την χαίρεσαι.
Προσπαθώ.
Και ,η μαμά της;
Ε, λογικά θα έρθει όπου να’ ναι.
Να την χαίρεστε.

Εσύ; Τι κάνεις; Εκτός από τα σημερινά. Είσαι καλά;
Ξέρω κι εγώ. Πάνω κάτω τα ίδια. Όπως τα ξες. Όσο τα ξες.
Μάλιστα. Εμ, δουλεύεις ακόμη στο, πως το λέγανε; Στο καφέ;
Όχι-όχι. Τριανταπέντε χρονών σερβιτόρα. Αναμενόμενο ήταν.
Έλα γιατί το λες αυτό.
Ξέρω τι λέω. Εσύ φαντάζομαι, μια χαρά ε;
Ναι-ναι. Κλείσαμε και δυο νέους πελάτες. Μια χαρά. Μην το γρουσουζεύω.
Χαίρομαι. Αλήθεια.
Ευχαριστώ. Ωραίο φόρεμα παρεμπιπτόντως.
Αλήθεια; Δεν είναι λίγο, κάπως;

Θεέ μου, τι λέμε; Νιώθω εντελώς χαζή.
Συγνώμη. Δεν ήθελα…
Γιατί; Μήπως επίτηδες ήρθες; Ακόμη δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ. Και με την κόρη σου.
Συγνώμη. Το εννοώ.
Κοίτα. Έτσι κι αλλιώς, ήξερα για την…
Για την Σοφία;
Ναι. Ήξερα. Αλλά έμεινα.
Ναι οκέι. Και πάλι. Ήταν μαλακία αυτό που έγινε. Που έκανα έστω.. Μεγάλη. Και λυπάμαι.
Το ξέρω. Γι’ αυτό τσατίζομαι. Με μένα. Γιατί τώρα να μου ζητούσες να βρεθούμε στην τουαλέτα, ή στο αμάξι ή όπου, θα ερχόμουν.

Αν κάτσουμε εδώ λίγη ώρα ακόμη μπορεί να το κάνω.
Το ξέρω. Γι΄ αυτό έφυγα. Δεν ξέρω πώς να στο πω. Παραείναι. Είναι χαζό. Και πονάει.
Δεν σου λείπω;
Ναι. Μου λείπεις. Και γι’ αυτό τσατίζομαι.
Περίμενε. Που πας; Σκατά, η Σοφία.
Πάω στην αδερφή μου. θα με ψάχνει. Χάρηκα που σε είδα.
Κι εγώ. Και πάλι. Συλλυπητήρια. Δεν θα μείνουμε πολύ.
Ευχαριστώ.

Carnations

Submit a comment