DOES THAT RING A BELL TO YOU?

Zauberflöte, Emilie Lauwers

Does that ring a bell to you?

Μαριάνθη Μάνη


Αχ, δεν το θέλω καθόλου, αλλά θα διαφωνήσω με τη στάση σας, η σιωπή δεν είναι πάντοτε χρυσός… Τόση ώρα καθόμαστε εδώ και δεν έχετε πει κουβέντα. Ξέρετε, στην χώρα όπου ζούσα, όταν ρίχναμε τα θεμέλια των σπιτιών σφάζαμε έναν κόκκορα. Το σπίτι της οικογενείας μου ήταν σίγουρα στοιχειωμένο από έναν τέτοιον, κάθε πρωί, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ξυπνάω από ένα λάλημα, είναι ο ίδιος κόκκορας, από μικρός ξεχωρίζω τον βαθύ λαρυγγισμό με ένα γύρισμα τόσο χαρακτηριστικό, μια βραχνάδα στριγκή στην τελευταία νότα σαν να φτύνει τα υπολείμματα της νύχτας που του απέμειναν στο λαιμό, μόνο ο δικός μου κόκκορας ακούγεται έτσι, κι όπως ξέρετε ένας κόκκορας δεν μπορεί να υπάρχει τόσα πολλά χρόνια.
Πάντως ξυπνώ πάντα την ίδια ώρα με τον ίδιο ήχο, συνήθισα να ξυπνώ με αυτό τον τρόπο και έτσι, ακόμα και τώρα, ο κόκκοράς μου με ακολουθεί, η φωνή του αναδύεται από το βάθος του λαιμού μου σε τέτοια ένταση ώστε να δονούνται οι ακουστικές μου μεμβράνες, ο κόκκοράς μου είναι ένας μικρός τυμπανιστής γραπωμένος στο στέρνο μου αλλά ποτέ δεν ξυπνάει κανέναν άλλο εκτός από εμένα.
Το λέω μετά μεγίστης βεβαιότητας γιατί έτυχε αρκετές φορές να κοιμηθώ μαζί με άλλους, είτε στο κολλέγιο, είτε σε κουκέτες πλοίων είτε στο κουπέ κάποιων τραίνων και, ομολογώ, μερικές φορές λίγες όμως, με κάποιες ευγενικές υπάρξεις που με συντρόφευσαν τις μικρές ώρες της νύχτας. Κανείς μα κανείς τους δεν μου ανέφερε ότι άκουσε λάλημα πετεινού. Μάλιστα όπως τώρα δα σε σας, είχα περιγράψει και στον εξάδελφό μου, την ιδιαίτερη αλεκτοροφωνεία που προηγείτο των πρωινών μου εγέρσεων, τον είχα της εμπιστοσύνης μου, ώσπου ένα σούρουπο, συναντήσαμε μία παρέα και όπως είχα μείνει λίγο πιο πίσω να δέσω τα κορδόνια του παπουτσιού μου, ξέρετε στο σούρουπο είναι πιο δύσκολο να βλέπει κανείς καθώς η όρασή μας δεν έχει ακόμα προσαρμοστεί στο ημίφως, όπως λοιπόν έδενα τα κορδόνια των παπουτσιών μου ακούω τον φίλο του ξαδέλφου μου να του λέει «που τον άφησες σήμερα τον πετεινοκαβαλημένο» και έμεινα εκεί να κάνω πως δένω τα παπούτσια μου και ύστερα πλησίασα και καλησπέρισα σαν να μην είχα ακούσει τίποτα, μόνο που ο εξάδελφος και φίλος μου έβηξε λίγο την ώρα που με ρώτησε αν θα πηγαίναμε για το συνηθισμένο μας, μια ξανθή βαρελίσια, καμία φορά και δύο ξανθιές βαρελίσιες, ήταν το συνηθισμένο μας. Σαν να μην είχε λοιπόν τίποτα αλλάξει ρουφήξαμε τη μπύρα μας, μού ‘κανε την ίδια πλάκα για το λευκό τελείωμα στο μουστάκι μου, το ξύρισα πια βλέπετε γιατί είχε αρχίσει από τότε να ασπρίζει για τα καλά και χωρίς τον αφρό της μπύρας, μέχρι που μου είπε και το ανέκδοτο για τον σιδηροδρομικό υπάλληλο.
Συνεχίζετε να κρατάτε τη σιωπή σας σαν να είναι χρυσός, αλλά εκεί ίσα ίσα βρίσκεται το πρόβλημα, ο χρυσός δεν ξοδεύεται μόνο αλλάζει χέρια σαν τη καλή ρεντιγκότα που κρύβουμε στην ντουλάπα μας, ζήτημα να την έχουμε φορέσει πέντε έξι φορές σε όλη μας τη ζωή και όταν πεθάνουμε την παίρνει ο νεότερος ξάδελφος. Αυτός ο ίδιος που μια μέρα μας φίλεψε γλυκό κι ύστερα μας ανακοίνωσε ότι ήταν από τη μπομπονιέρα του καπνοπώλη, είχε καταλάβει ότι εξαιτίας του αγοράζαμε δύο δύο τα τσιγάρα από το καπνοπωλείο. Κι ας μην καπνίζαμε, μόνο για να χουμε μια μικρή χαρά στη ζωή μας.
Ο ξάδελφος που μας πήρε την χαρά μας παίρνει και τη καλή τη ρεντιγκότα. Για αυτό σας λέω δεν πρέπει να σωπαίνει κανείς. Μα όλο για μένα φλυαρώ, μου φαίνεται ότι θα με περάσετε για ανάγωγο. Ελάτε, μιλήστε μου για σας. Ένα πουλί μου είπε ότι σας λένε Παπαγκένο. Βρίσκω πολύ κομψό το λουκετάκι σας. Πότε πεθάνατε, αλήθεια;

Submit a comment