ΔΩΡΑ

Δώρα

Αλέξης Αντωνόπουλος


Κέρματα ακούστηκαν και κέρματα είδα: Κέρματα να σκορπίζονται στον δρόμο -όχι στο πεζοδρόμιο- μπροστά μου. Πίσω από τον δρόμο -στο πεζοδρόμιο- η καμπουριασμένη σκιά ενός ζητιάνου. Νύχτα, ο δρόμος γεμάτος πατικωμένες τσίχλες, και εγώ όπως πάντα εξαιρετικά ταλαντούχος στο να είμαι στραβός. Μάζεψα λοιπόν τα δύο κέρματα που κατάφερα να βρω, και τα επέστρεψα στον σιωπηλό ιδιοκτήτη τους. Έριξα μια δεύτερη ματιά στην άσφαλτο, βρήκα άλλα τέσσερα κέρματα, τα άφησα στο χαρτόνι του.

«You a’ight mate.»

Απάντησα σε αυτό μ’ ένα ξεφύσημα που προσπαθούσε να περάσει για χαμόγελο, συνέχισα να περπατάω – τώρα με τη γνωστή υπόνοια ηλίθιας περηφάνιας (εκείνη που μας ακολουθεί όποτε κάνουμε κάτι πέρα από το να ανησυχούμε για τα απομνημονεύματα που κάποτε θα γράψουμε). Μα η υπόνοια ηλίθιας περηφάνιας με εγκατέλειψε μόλις άκουσα πάλι τον ήχο, γύρισα το κεφάλι μου, και τον είδα να έχει πετάξει τα κέρματα· αυτή τη φορά ακόμα πιο μακριά.
Μπορείς να διανοηθείς τον πόνο; Από τη μία πλευρά, το ευχαριστημένο πρόσωπο της κοινωνίας· ευχαριστημένο για τα χάλκινα μετάλλια που τόσο γενναιόδωρα τού έδωσε – από την άλλη πλευρά εκείνος, να της τα βάζει πίσω στον κώλο της.

Περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου.

Submit a comment