ΚΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΟΥ

Ο Κρανιώνας, Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας

ΚΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΟΥ

Πάνος Παπαπαναγιώτου


Ο καιρός πήρε ν’ αγριεύει. Μαζί του κι εμείς. Η αρρώστια ξάπλωσε πολλούς και σαν ο γιατρός δεν μπόρεσε, οι περισσότεροι στραφήκαν στο Θεό – του κάκου. Κάθε Κυριακή πιο λίγοι στον Αηλιά.
Ο Νίκος της Πελαγίας ήταν ο πρώτος. Κίνησε για το χωράφι και δεν γύρισε. Τον βρήκαν την μεθαύριο πρησμένο στην άκρη του δρόμου. Κάποιοι το ρίξαν σε φίδι, έντομο είπαν μερικοί. Όταν πέσαν κι άλλοι, ξεκίνησαν τα ραντίσματα. Οι σοδειές ρήμαξαν, το νερό δεν πινόταν. Έφεραν κάποιον σπουδαγμένο μα εξήγηση δεν βρήκε.
Το κακό μαθεύτηκε. Οι έμποροι έπαψαν να περνάν και οι κυνηγοί προτιμούσαν να κάνουν το γύρο. Ως και τα ζώα λιγόστεψαν κι όσα έμειναν πάψανε να δίνουν. Μήτε παιδιά γινόταν πια.
Οι φήμες άρχισαν. Οι παλιοί μίλησαν για στοιχειό. «Ο Θεός μας τιμωρεί», είπαν, «κι είναι το φταίξιμο δικό μας». Οι κουβέντες απλώθηκαν γρήγορα. Κρατήσαμε νηστεία και κοινωνήσαμε. Την επομένη έμεινε χωρίς παιδί η δασκάλα. Στην κηδεία έπεσε θρήνος βαρύς.
Η αρρώστια δεν ξεχώριζε κανέναν, όλους τους γονάτισε. Γέμισε το νεκροταφείο. Αναγκάστηκαν να σκάψουν πιο κει κι ακόμα πιο πέρα.
Κάποιο βράδυ ακούσαμε φασαρία απ’ τη μεριά του πάνω δρόμου. Ήταν το σπίτι του κυρ Γιώργη και της ανιψιάς του, που ορφάνεψε πριν να περπατήσει. Όμορφη ήταν η Αντιγόνη κι αγαπητή. Έφυγε κλαίγοντας μες στην άγρια νύχτα.
Το πρωί μάθαμε. Ήταν λέει φουσκωμένη από κάποιον έμπορο απ’ τη Θεσσαλονίκη. Ο θείος της την έδιωξε χωρίς πολλές κουβέντες κι ας του ‘λεγε κείνη πως θα ‘ρθει να τη ζητήσει. Έριξαν το φταίξιμο στο σπόρο του εμπόρου. Είπαν πως φταίει το μπάσταρδο στην κοιλιά της.
Ο κυρ Γιώργης δεν έκοψε το καφενείο κι αν τον ρωτούσε κανείς έλεγε πως έκαμε το καθήκον του και πως τώρα έμενε στο Θεό να κάμει το δικό του.
Μα η αρρώστια δεν έλεγε να φύγει. Οι νύχτες δυσκόλεψαν. Κρεβάτια που ήταν για δυο έμειναν λειψά. Κείνη τη χρονιά το χιόνι έπεσε νωρίς, θαρρείς κι ήθελε να ζυγιάσει τα πένθιμα.
Ήρθε κάποτε νέο από ’ναν βοσκό. Είδε λέει την Αντιγόνη στο βουνό, σωστό θηρίο. Ο κυρ Γιώργης δε σάλεψε στο άκουσμα του μαντάτου.
Αποφασίστηκε να μην πράξουν τίποτα. Οι καιροί ήταν όμως δύσκολοι κι ο κόσμος αγριεμένος. Άρχισαν πάλι οι κουβέντες πως η Αντιγόνη έχει μέσα της το κακό και πως την έχει κυριεύσει.
Μέρος δεν είχε να πάει κι άλλο απ’ το χωριό δεν ήξερε. Μόνο τριγυρνούσε στους γύρω λόφους σαν αγρίμι κι όλο και κατέβαινε απ’ το βουνό, ψάχνοντας αποφάγια να χορτάσει.
Παραπονέθηκαν πως έκλεψε τη νύχτα σκεπάσματα ή την τροφή των ζωντανών και λέγαν στα παιδιά τους να ‘ναι ήσυχα γιατί αλλιώς θα τα ‘παιρνε η Αντιγόνη. Τόσο την είχαν στο νου τους, που δεν πρόσεξαν ότι η αρρώστια κόπασε κι όλα τα στραβά τα ‘ρίχναν σε κείνη και στο κακό που κουβαλούσε.
Λέγαν κι άλλες ιστορίες μεταξύ τους πως τις νύχτες την ακούγανε να τραγουδάει στο αγέννητο παιδί της, να γελάει ή να βγάζει ήχους περίεργους. Όλοι ξέραν ότι η ζωή στο βουνό είναι δύσκολη για κάποιον που δεν είναι μαθημένος. Έτσι πίστευαν εύκολα τα λόγια αυτά και πείθονταν όλο και πιο πολύ να ψάξουν να τη βρουν.
Στο γύρισμα του χρόνου το χωριό αναστατώθηκε για τα καλά. Κάποια παιδιά τράβηξαν κατά το βουνό για να τη βρουν. Ήρθαν πίσω τρομαγμένα και είπαν ότι η Αντιγόνη πήγε να τα βλάψει. Οι γονείς τους απαίτησαν να παρθεί απόφαση κι ήταν τόσο οργισμένοι που όποιος έλεγε τ’ αντίθετο ξεσπούσαν πάνω του.
Συνέβη τότε κάτι πολύ παράξενο. Ακούστηκαν τσιρίδες δυνατές από τη μεριά του βουνού. Κι αυτοί το πήραν σαν σημάδι κι είπαν πως τώρα είναι η ώρα να διορθώσουν το κακό πριν αυτό τους σημαδέψει όλους. Μαζεύτηκαν λοιπόν στην πλατεία και με μπροστάρη τον παπά κίνησαν κατά κει που ακουγόταν οι φωνές.
Βρήκαν την Αντιγόνη σε μια μικρή σπηλιά στα βόρεια βουτηγμένη στο αίμα. Είχε έρθει η ώρα της και πάλευε μονάχη. Όσοι βρέθηκαν εκεί είπαν πως η φωνή της είχε κάτι απ’ τον άλλο κόσμο. Ο παπάς τη σταυροκοπούσε και διάβαζε ενώ κάποιοι πήραν να την ξεγεννήσουν.
Μα το παιδί δεν έλεγε να βγει. Όταν πια ακούστηκε το κλάμα του η Αντιγόνη ήταν στα τελευταία. Της το πήραν χωρίς να τ’ αγκαλιάσει κι είχαν σκοπό να το στείλουν μακριά.
«Και τ’ όνομα αυτού Γιώργης!» φώναξε κείνη σαν το είδε.
«Και τ’ όνομα αυτού Γιώργης! Γιώργης!»
Αυτά ήταν τα στερνά της λόγια.
Την έθαψαν εκεί και σφράγισαν τη σπηλιά καλά. Το παιδί το δώσαν σε μια οικογένεια απ’ την πόλη και κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό ποτέ.
Ο κυρ Γιώργης από τότε έκοψε το καφενείο. Κλείστηκε σπίτι του κι άλλο δε βγήκε. Πέθανε λίγο καιρό μετά κι όπως το ‘θελε έτσι έγινε:
Έκαμε αυτός το χρέος του και ο Θεός το δικό του.

Το Δίλοφο, Ζαγοροχώρια
Το Δίλοφο, Ζαγοροχώρια

Submit a comment