Παρενθέσεις
Γιάννης Αντιόχου
– Hush, my child, and come aloft
Where the stars are velvet soft!
Aleister Crowley, The Wizard Way
κι είχε πληρώσει δανεικά
και υποσχέσεις ασήμαντες
αυτές που μοίρασε τις νύχτες
σε ντάμες και βαλέδες
με σημαδεμένες τράπουλες
(παρενθέσεις της ζωής του)
κι ό,τι του είχε απομείνει
ένα μαύρο βαμβακερό εσώρουχο
και οι σκελετοί των κατεστραμμένων κτιρίων
εκεί που η κατάκλισή του
γινότανε όνειρο, ικεσία και προσευχή
η ζωή δεν προχωρούσε πια
η θάλασσα εξατμιζότανε
η πεδιάδα ξεραινότανε
και τα βουνά έσκυβαν κι έσκυβαν στον ήλιο
που ακόμα ζέσταινε θαμπά τ’ ανέλπιστο
που οι άνθρωποι το λένε μέλλον
μα εγώ που έζησα την ομορφιά
και η νεότης μου
έμοιαζε με βαρύ χειμώνα
–αυτά τα μαύρα μαλλιά
τα ωραία φρύδια
τα μελανά τα χείλη
το λευκό σου πρόσωπο
το παγωμένο σου φιλί
αυτός ο θάνατος μας–
εγώ που κρυφοκοίταξα
μικρά παιδιά
και φίλους
και τις γυναίκες άλλων
εγώ που διάλεξα να κρεμάσω
τον πίνακα της ευτυχίας
–μια ζωντανή οθόνη μες στο σπίτι μου–
κι αριθμούσα τα κεφαλαία έτη μου
με στίχους ποιητών
θέλω να πω
πως όλη μου τη ζωή
έκρυβα έναν σουγιά στο μαξιλάρι μου
και κάθε βράδυ
με σημάδευε στον ύπνο μου
ματώνοντάς με
κι έφτασε ο χρόνος
που έλιωσε η φόδρα
κι έπιασα να σώσω τον σουγιά
θυσιάζοντας τις ντάμες
τους βαλέδες
τα ψηφία
τους αριθμούς
τους ποντικούς της μνήμης
κι επιτέλους την ξεβράκωτή μου
Αθανασία
φτιάχνοντας με το αίμα τους
μια ανατολή
μια δύση
–δεν έχει σημασία–
ας πω:
αυτό το έκλυτο κόκκινο
που στη ζωή γεννάει
και το λένε σύμπαν
μα δεν πρόλαβα
ούτε και τώρα προλαβαίνω
αφού δεν ξέρω
αν θα’ ναι άνοιξη,
καλοκαίρι,
φθινόπωρο,
ή χειμώνας
δεν ξέρω καν
αν αυτός που θα σκοτώσω
θα’ ναι ποιητής
μα αν ναι
θ’ αξίζει η προσπάθεια
αφού με το αίμα ενός προφήτη
πάντα ξεκινά
μια νέα εποχή.