ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ 1 – ΥΠΕΡΗΠΕΙΡΟΣ

Ανακεφαλαίωση 1 – Υπερήπειρος

Γεωργία Τρούλη


Δεν θέλησε ποτέ να ανακεφαλαιώσει
Ούτε να κατασκηνώσει σε έναν ενδιάμεσο χώρο
Τέντωσε το πάχος της συνήθειας
Το μεταμόρφωσε σε νήμα οδοντικό
Χωρούσε ασυνείδητο σε κάθε στοιβάδα (μέχρι το κόκαλο) τα παιδικά
Εγκλήματα, το ξύσιμο σε έναν υπερσυντέλικο χρόνο
Κατοικούσε στο δέρμα, εδώ και καιρό. Έκανε μικρή
Την παρουσία και την απώλεια
Έλα, θα σε σμικρύνω και θα κάνω πλεξούδες ηλιοφάνειας
Τις πρώτες σου λέξεις. Κι έγινε μικρός στη άκρη της γλώσσας
Και είπε ολόκληρη γλείψε με από τρίχα σε νύχι και από εσοχή
Σε ρώγα Κι εγώ θα νιώσεις εσύ εμένα εσύ
Δεν αποσυντίθεμαι. Γαντζώνομαι από μία γλώσσα και από έναν ήλιο που δεν πλησιάζει επικίνδυνα. Δεν αιμορραγώ – και πολύ συχνά σοκ δεν παθαίνω, να ξέρεις
Προκαλώ αιμόσταση στις λέξεις την στιγμή που συμβαίνουν
Έπειτα καταβροχθίζουν η μία την άλλη σαν ύαινες
Κι εγώ γελάω ιστορικά και με την προμετωπίδα σε πτώση
Δεν ανακεφαλαιώνω. Οι εκκρεμότητες έχουν γίνει όλα τα βαγόνια του κόσμου
Ζώνουν φίδια την υδρόγειο μέχρι την γεωγραφική μοίρα των σημερινών παγετώνων
Σαν κορσές τής προκαλούν ασφυξία και ξεχειλίζει το δέρμα νερό
Αλλά δεν εξαχνίζεται, δεν εξπλαχνίζεται η διαφωρά, η διαφορά στα περίχωρα της υδρογείου. Μηρυκάζουν την λέξη και όταν κατασκηνώνουν οι φόβοι, έρχεται το γέμισμα των καιρών με μεγάλη ξηρασία και οδύνη. Αλλά ακολουθεί η στιλπνότητα του πάγου του υπερσιβηρικού θανάτου της έπαρσης και όλα λιώνουν με ανοχή κύτταρο-κύτταρο. Στάζει υγρασία ο έρωτας αλλά δεν συντελείται ζευγάρωμα χωρίς δύο φόβοι να συναντηθούν από ένστικτο. Και με την μωρία της αισιοδοξίας για μακρηγορία του χρόνου, του πόθου του λόγου.
Κι έτσι διατηρούνται οι ατέλειες μη αρκετά. Οι άντρες βάζουν την στύση σε κιβώτια πάγων και οι γυναίκες ψήνουν τα ωάρια τα κάνουν ενώτια αξιοζήλευτα ανοξείδωτα και στιλπνά Περνάνε οι αιώνες και περιμένουν μια περίοδο κάθαρσης που όλο δεν αργεί και όλο έρχεται. Η ξηρασία θα γίνει περίοδος για επιτεύγματα πυραμίδων
Αλλά η περίοδος παγετώνων δεν υποχωρεί ποτέ
Αποκρυσταλλώνεται Γίνεται συμπαγής
Κι εκείνη βλέπει πως δεν λιώνει – πως δεν έφυγε καμιά εκκρεμότητα
Τα βαγόνια στο σώμα του κόσμου – Ένα μόρφωμα που δεν αφαιρείται
Και καμία γλώσσα αιχμηρή – κανένα ένστικτο ξαναειπωμένο
Καμιά ανακεφαλαίωση δεν έγινε
0-1
Σιαμαία καταστροφή
Γιατί δεν θέλησαν ποτέ τα κύτταρα
Να αγαπηθούν μεταξύ τους
Ούτε να παύσουν την ανυπαρξία
Επινόησαν λοιπόν την φθίση
Και την πλήρη κάλυψη
Με παγωμένο νερό Περίεργο
Πώς το διάφανο, γίνεται λευκό
Σχεδόν μάρμαρο.

Submit a comment