ΤΟ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Το Φωτισμένο σπίτι

Μάνος Αποστολίδης


Είσαι πολύ γενναίος, ταξιδιώτη! Όταν ο δρόμος σου σ’ έβγαλε στο ξέφωτο, εσύ δεν πήρες τον δρόμο για πίσω. Κι ας ήτανε παράξενα τα δέντρα• σκιαχτερές φιγούρες δίχως φύλλα, σαν χέρια που θέλουν κάτι ν’ αρπάξουν. Κι ας τα φώτιζε το φεγγάρι μ’ ένα μπλε αλλόκοσμο. Εσύ δεν φοβήθηκες, ε;
Σίγουρα δεν φοβήθηκες! Γιατί κανένας φοβισμένος άνθρωπος δεν θα πλησίαζε το σπιτάκι στη μέση του ξέφωτου• όλο ξύλινο, με φως από κεριά να τρεμοπαίζει μέσα απ’ τα θολά του παράθυρα. Και πες μου εσύ, ποιος χρησιμοποιεί κεριά στις μέρες μας; Πήγες μάλιστα και χτύπησες και την πόρτα! Με τρία αργά, αποφασιστικά χτυπήματα. Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος, ε;
Σίγουρα είσαι! Γιατί όταν είδες πως με κάθε χτύπημα άνοιγε λίγο-λίγο, αποφάσισες να μπεις κλεφτά μέσα. Κι ας έτριζαν οι μεντεσέδες απειλητικά. Κι ας έσκουζαν τα σανίδια βασανισμένα. Πες μου ποιος άλλος θα το έκανε αυτό! Μόνο κάποιος πολύ γενναίος. Όμως το θάρρος δεν είναι η μόνη σου αρετή• πρέπει να είσαι και πολύ λογικός, ε;
Σίγουρα! Γιατί όταν μπήκες, κι είδες αλυσίδες και τσιγκέλια να κρέμονται απ’ το ταβάνι, δεν τρόμαξες. Κι όταν είδες κόκκινους ξεραμένους λεκέδες στο πάτωμα, δεν έφυγες τρέχοντας. Κι όταν με το λιγοστό φως των κεριών, είδες τους τόμους ανατομίας στη βιβλιοθήκη – όχι για ζώα, μα για ανθρώπους – δεν έκανες παρανοϊκές σκέψεις. «Τι πιο φυσικό!» σκέφτηκες. «Ο κάτοικος προφανώς είναι γιατρός, και κυνηγάει στο δάσος για ευχαρίστηση!» Κάτι τέτοιο θα σκέφτηκες, ε;
Σίγουρα. Αλλιώς δεν θα’ χες μείνει στιγμή παραπάνω. Αλλιώς, βλέποντας τα βαζάκια… Α όχι, όχι, δεν πρόλαβες να δεις τα βαζάκια! Συγχώρεσε με ταξιδιώτη. Το χαζό μου κεφάλι πάει να με μπερδέψει φορές-φορές. Και πάλι όμως, εγώ ξέρω μ’ άλλο τρόπο πόσο γενναίος, πόσο λογικός είσαι. Το ξέρω γιατί όταν άκουσες τους λύκους να κλαίνε – δεκάααδες γύρω απ’ το σπίτι! – εσύ δεν σκέφτηκες ότι είναι ο Εωσφόρος που πλησιάζει.
Θα μου πεις, πού ξέρω εγώ, τι σκέφτηκες εσύ! Να σου πω πώς το ξέρω; Επειδή δεν έβγαλες άχνα! Ούτε κιχ. Άλλοι θα ούρλιαζαν, θα ήταν πιο πολύ απ’ όσο αντέχει η ψυχή τους. Εσύ όμως όχι. Δε θα ‘ταν πολύ τρομακτικό για σένα, ε;
Μα αυτό που θαύμασα πραγματικά, ταξιδιώτη, είναι που ακόμη να βγάλεις άχνα! Μέχρι και τώρα, από τη στιγμή που ξύπνησες μέχρι και τώρα, τσιμουδιά! Άλλοι στη θέση σου…
Δε θα ‘μαι πολύ τρομακτικός για σένα, ε;

Submit a comment