ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Το όνειρο του ποιητή

Γιάννης Αντιόχου


—«Πες μου απόψε κάτι —τι γλυκειά βραδιά!—
κάτι, να, σα θρύλο, σαν παραμυθάκι».
—Δε βαριέσαι, κοίτα πως το φεγγαράκι
παιγνιδίζει απόψε μέσα στα κλαδιά»—
Μιλτιάδης Μαλακάσης, Παραμύθι

Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β’
Εχτύπα το ζεστό φτερό να λάβει τη μορφή του.
Διονύσιος Σολωμός, από το «IL PRIGIONIERO»

Τη νύχτα ανάβουνε πυρσοί, λαμπροί φεγγοβολούνε
κι είναι το φως η άνοιξη, το σκότος ο χειμώνας
μέσα σε μαύρα καύκαλα ανθίζουνε λουλούδια
κι αρώματα αναβλύζουνε απ’ τον μεγάλο ζόφο

Εκίνησε ο ποιητής για την αρχαία μούσα
και μέσα την συνάντησε σε ομιχλώδες νέφος
Λαγνεία τον κατέλαβε το πνεύμα του ακαθάρτου
και μπρος στον χρυσοποίκιλτο, στον λαξεμένο θρόνο
δυο φίδια αργοσυρθήκανε, οφιόδηκτο σημάδι
τρώγοντας το ένα του αλλουνού το θείο του κεφάλι

Μα η μούσα κόρη αδύναμη και αναμαλλιασμένη
με ρίγη λιποθύμησε στο θρόνο ακουμπισμένη
Την έγδυσε την έριξε κι έμπηξε το κορμί του
αναίσθητη ως ήτανε μέτρησε τη ζωή του

Ρίμα και μέτρο και ρυθμό κρεμούσε από το στόμα
κι αμέσως της ορκίστηκε την πίστη στον αιώνα
Ξετύλιξε την γλώσσά του στην παγωμένη σάρκα
σαν τη σαΐτα τσίριξε και μπήκε μες στα σπλάχνα
κι η μούσα τον εμπόλιασε την νεκρική ωδή της
νήμα κλωστή μεταξωτή κεντούσε απ’ το κορμί της

Εφύσηξε ο άνεμος και το πανί εκρούσθη
ορτσάρει στον πλατύ γιαλό ιστίο και φουσκώνει
στων νήσων τις ακρογιαλιές γοργόνες θανατώνει
κι ο έρωτας του θεοτικός, δαίμονες ξεκλειδώνει

Εδύνατο κι ανέβαινε απ’ το νερό στις ξέρες
έτρεχε πάνω σε στεριές, σ’ απύθμενες καλντέρες
στίχους γεννώντας και στροφές ένα σωρό τραγούδια
άστρα γκρεμίζοντας σειρές κι ουράνια λουλούδια

Έκραξε συσκοτίζοντας ο κόρακας τα δάση
και στο πυκνό του τ’ όνειρο σκοτείνιασε όλη η πλάση

Λάμνοντας μες στο σύννεφο τσακίζει το κουφάρι
πέφτει στη λίμνη τ’ ουρανού ακίνητη που χάσκει
και καταπίνει όνειρα κι αγέννητες εικόνες
στην γυάλινη επιφάνεια κόλαση αντανακλάει

Τρίζει η εξώθυρα βαριά σαν πάνω της χτυπάει
μαύρη η ψυχή του ποιητή μαρμάρινη σκιρτάει
και η καρδιά του σκίζεται στα δύο ξεχωρίζει
Σιωπά κοιτάζει μ’ έκπληξη ένα ποτάμι αίμα
μαρμαρυγή αναλαμπή του τέλους τα γραμμένα
ξαπλώνει αυτός στην κλίνη του με νεκρική γαλήνη
Σαν το ανέσπερο παιδί σα φάντασμα η ψυχή του
ξεντύνεται το σώμα του νεκρώνει το κορμί του

Και σαν Χριστός που κρέμεται απάνω στα καρφιά
με πόδια κρίνα κόκκινα και χέρια σαν πουλιά
μοσχοβολάει η κάμαρα από τον αποθαμένο
δύο κεράκια λιώνουνε κοντά στον σταυρωμένο
πλανήτης ολοστρόγγυλος ασημοκαπνισμένος
της μούσας η επιφοίτηση στέφανος πυρωμένος

Ν’ απαγγέλλει ό,τι αυτός σ’ ερμάρια είχε κρύψει:
«Μούσα το ποίημα κάνε το να γίνει προσευχή μου
δόξα να δίνει σε θνητό κι αθάνατο να μένει
ρυθμό να φτιάχνει η θάλασσα, το κύμα ν’ ανεβαίνει
και σαν το άλογο σ’ αφρό ως λάμνει το καράβι

Αφού εγώ της εποχής είμαι το νόθο τέκνο
με: «μήνιν άιδε θεά» ψάλλοντας σε κατέχω
τρισάθλιος σα φάντασμα γυρνώ μες στο σκοτάδι
και ψηλαφώντας το κορμί για πάντα θα ορίσω
βαριά την τιμωρία του μες σε κελί θα κλείσω
τη μία τύψη της ζωής μια έρημη σταγόνα
δροσοσταλίδα πρωινή πάνω σε ανεμώνα
π’ αμέσως εξατμίζεται, στ’ αλήθεια δεν υπάρχει

Πες μου, αγάπη μου εσύ, πως μ’ έχεις αγαπήσει
να γίνει απ’ τη συγκίνηση νεράκι να δακρύσω
νεκρός κι αν είμαι ήμουνα, μέχρι να σ’ αναστήσω
κι αν μου πες ψέματα θαρρείς πώς δεν κατανοούσα
στολίδια είναι της ζωής σαν τα μεγάλα λόγια

Πες μου αγάπη μου εσύ πως μ’ αγαπάς ακόμα
να σηκωθώ απ’ την κλίνη μου ν’ ανάψω το καντήλι
να κλέψω πάλι απ’ τη ζωή το δρόσο τη φρεσκάδα
μέσα στην άνοιξη τρελός να ερωτευτώ τα κάλλη
σα κόκκινο τριαντάφυλλο μ’ αμέτρητα αγκάθια
δάκρυα χάντρες του έρωτα στου έαρος τα μάτια»

Δυο στίχοι μένουν τώρα, είν’ τα στερνά μου λόγια:

«Ναι, σ’ αγαπώ αγάπη μου στο στόμα σε φιλάω
τον θάνατο τον νίκησα και στην ζωή χρωστάω».

lighthouse 800

1 Comment

Submit a comment